Μετάβαση στο περιεχόμενο

poeta

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]
1η κλίση, αρσενικό παροξύτονο ισοσύλλαβο
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική
poèta(s)
poèti
γενική
poèta
poetò, poèto
αιτιατική
poèta
poètu
κλητική
poèta
poèti

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
poeta < (άμεσο δάνειο) ιταλική poeta < λατινική poeta < αρχαία ελληνική ποιητής

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

poeta (poèta) αρσενικό

  • poéta, σελίδα 207 -Astorre Pellegrini Il dialetto greco-calabro di Bova [Η ελληνοκαλαβρική διάλεκτος της Μπόβα], τόμος 1ος, Torino, Ρώμη: Ermanno Loescher, 1880



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

poeta (es)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

poeta (it)



Καταλανικά (ca)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

poeta (ca)



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
poeta < αρχαία ελληνική ποιητής < ποιέω/ποιῶ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

poeta (la) αρσενικό

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική poeta poetae
γενική poetae poetārum
δοτική poetae poetīs
αιτιατική poetam poetās
κλητική poeta poetae
αφαιρετική poetā poetīs
(α' κλίση)



Παπιαμέντο (pap)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

poeta



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) poeta poeci
γενική (dopełniacz) poety poetów
δοτική (celownik) poecie poetom
αιτιατική (biernik) poetę poetów
οργανική (narzędnik) poetą poetami
τοπική (miejscownik) poecie poetach
κλητική (wołacz) poeto poeci

Προφορά

[επεξεργασία]
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

poeta (pl) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

poeta (pt)