poeta

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

poeta (es)



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

poeta (it)



Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

poeta (ca)



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

poeta < αρχαία ελληνική ποιητής < ποιέω/ποιῶ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

poeta (la) αρσενικό

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική poeta poetae
γενική poetae poetārum
δοτική poetae poetīs
αιτιατική poetam poetās
κλητική poeta poetae
αφαιρετική poetā poetīs
(α' κλίση)



Παπιαμέντο (pap) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

poeta



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) poeta poeci
γενική (dopełniacz) poety poetów
δοτική (celownik) poecie poetom
αιτιατική (biernik) poe poetów
οργανική (narzędnik) poe poetami
τοπική (miejscownik) poecie poetach
κλητική (wołacz) poeto poeci

Προφορά[επεξεργασία]

poeta 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

poeta (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

poeta (pt)