miejscownik

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

miejscownik 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

miejscownik (pl) αρσενικό

  1. (γραμματική) η τοπικήπροθετική) πτώση που φανερώνει τόπο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]