μαρμαρογλύπτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρμαρογλύπτης < μάρμαρο + γλύπτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαρμαρογλύπτης αρσενικό

  1. ο γλύπτης που δουλεύει με πρώτη ύλη το μάρμαρο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]