πέτρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Πέτρα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πέτρα πέτρες
γενική πέτρας πετρών
αιτιατική πέτρα πέτρες
κλητική πέτρα πέτρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέτρα < αρχαία ελληνική πέτρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέτρα θηλυκό

  1. (ορυκτολογία) σκληρό ορυκτό διαφόρων σχημάτων και μεγεθών που αφθονεί πάνω από τη γη και μέσα σ’ αυτή
  2. (ιατρική) συσσωμάτωση αλάτων που εμφανίζεται σε ορισμένα όργανα του σώματος
    πέτρα στα νεφρά
  3. (μεταφορικά) κάτι πολύ σκληρό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα, δεν άφησε πέτρα πάνω στην πέτρα:
  • η πέτρα του σκανδάλου:
  • κάνω πέτρα την καρδιά μου:
  • με παίρνουν με τις πέτρες:
  • όποια πέτρα κι αν σηκώσεις θα τον βρεις από κάτω:
  • πιάνω την πέτρα και γίνεται χρυσάφι: είμαι χρυσοχέρης (συνήθως στο τρίτο πρόσωπο)
  • ρίχνω μαύρη πέτρα (πίσω μου):
  • στείβω την πέτρα: είμαι πολύ δυνατός (συνήθως στο τρίτο πρόσωπο)
  • το ξέρουν και οι πέτρες:

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]