rock
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rock | rocks |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]rock (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο βράχος, το σκληρό στερεό υλικό που αποτελεί μέρος της επιφάνειας της γης και ορισμένων άλλων πλανητών
a house built on rock - σπίτι χτισμένο σε βράχο
- ο βράχος, μια μάζα βράχου που υψώνεται πάνω από την επιφάνεια της γης ή στη θάλασσα
The ship was tossed on the rocks.
- Το πλοίο έπεσε στα βράχια.
- ο βράχος
Danger! Falling rocks!
- Κίνδυνος! Πτώση βράχων!
- (αμερικανική σημασία) η πέτρα
- (μη μετρήσιμο, μουσική) το ροκ
rock music - ροκ μουσική
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]rock (fr) αρσενικό