βράχος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| αρσενικό | αρσενικό | ουδέτερο | ||||
| ονομαστική | ο | βράχος | οι | βράχοι | τα | βράχια |
| γενική | του | βράχου | των | βράχων | — | |
| αιτιατική | τον | βράχο | τους | βράχους | τα | βράχια |
| κλητική | βράχε | βράχοι | βράχια | |||
| Δείτε και το σπανιότερο βράχι. | ||||||
| Κατηγορία όπως «βράχος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βράχος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βράχος (αρσενικό) < ελληνιστική κοινή βράχος (τὸ βράχος) (ουδέτερο) (που μεταπλάστηκε σε αρσενικό με μεγεθυντική σημασία) < αρχαία ελληνική βραχέα (ὕδατα) (πληθυντικός) < αρχαία ελληνική βραχύς [1]
- Η αρχική σημασία δήλωνε τα ρηχά νερά της θάλασσας και, στη συνέχεια, και τις απόκρημνες πετρώδεις ακτές [2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈvɾa.xos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βρά‐χος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βράχος αρσενικό
- μεγάλος όγκος από πέτρα
καθόταν μόνη της στους βράχους της παραλίας- ※ Ἐκεῖ στό βράχο τό ζεστό, ἕνα μικρό κίτρινο στάχυ κουνιέται λυγερά ἀπό τόν ἀέρα. Η δύναμη της φύσεως εἶναι τόσο μεγάλη, πού αίσθάνεσαι αὐτό τό τιποτένιο μικρό στάχυ, τό μοναχικό καί φυτρωμένο στό λίγο χῶμα, πού μαζεύτηκε στήν κόχη του. (Αλέκος Φασιανός, ΤΟΜΕΣ στα γράμματα και στις τέχνες, τεύχος 90, σελ. 38)
- (ειδικότερα) μεγάλος πέτρινος όγκος που σχηματίζει λόφο
ο ιζηματογενής βράχος των Ματάλων
- (μεταφορικά) άνθρωπος με μεγάλη σταθερότητα, που δεν υποχωρεί στις αρχές του, αλύγιστος, δυνατός στο σώμα
- ύφαλος ή σκόπελος στη θάλασσα, ξέρα
- έκφραση: στα βράχια
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
βραχο-
βραχο-
- βραχάκι
- βράχια
- βραχιά (θηλυκό)
- βραχιασμένος
- βράχινος
- Βράχος (τοπωνύμιο)
- βραχουριά
- βραχώδης, βραχώδες
- βραχώδικος
- βράχωμα
- βραχωμένος
- βραχώνας
Σύνθετα
[επεξεργασία]- ως πρώτο συνθετικό βραχο- Νεοελληνικές λέξεις με πρόθημα βραχο- στο Βικιλεξικό
και με δεύτερο συνθετικό: [3]
- αγριοβραχιά
- ανεμόβραχος (ουσιαστικό)
- απόβραχος (επίθετο)
- γαλανόβραχα
- γεροντόβραχος (ουσιαστικό)
- γκρεμόβραχα
- γκρεμόβραχος (ουσιαστικό)
- εκβραχίζομαι
- εκβραχίζω
- εκβραχισμός
- εκβραχιστικός
- θαλασσοβραχιά
- θαλασσόβραχος (ουσιαστικό)
- κοκκινοβραχιώτισσα
- κοκκινόβραχος (ουσιαστικό)
- κακόβραχος (επίθετο)
- κατάβραχα (επίρρημα)
- κατσάβραχο
- κατσάβραχος (επίθετο)
- κορφοβράχια
- κουφοβραχιά
- μαρμαρόβραχος (ουσιαστικό)
- μαυροβραχιά
- μεγαλόβραχος (επίθετο)
- ξεβραχίζω
- ξεβραχώνω
- ξεροβράχι
- ξερόβραχος (ουσιαστικό)
- ορθοβράχι
- ορθόβραχος (επίθετο)
- ορτόβραχος (ουσιαστικό)
- παλιοβράχα
- πετρόβραχα
- ριζοβράχι
- ριζόβραχο
- σιδερόβραχα
- ψηλόβραχος (ουσιαστικό)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μεγάλος όγκος από πέτρα
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βράχος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ Ελέγχθηκαν στο Όροι με βράχος — Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βράχος (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική βραχέα (ὕδατα) (πληθυντικός) < βραχύς [1]
- Η αρχική σημασία δήλωνε τα ρηχά νερά της θάλασσας και, στη συνέχεια, και τις απόκρημνες πετρώδεις ακτές [2]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βράχος
Συγγενικά
[επεξεργασία]- (Χρειάζεται επεξεργασία)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βράχος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- βράχος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βράχος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βράχος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ανώμαλα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)