Μετάβαση στο περιεχόμενο

βραχύς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βραχύς η βραχεία το βραχύ
      γενική του βραχύ
& βραχέος
της βραχείας του βραχέος
    αιτιατική τον βραχύ τη βραχεία το βραχύ
     κλητική βραχύ βραχεία βραχύ
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βραχείς οι βραχείες τα βραχέα
      γενική των βραχέων των βραχειών των βραχέων
    αιτιατική τους βραχείς τις βραχείες τα βραχέα
     κλητική βραχείς βραχείες βραχέα
Κατηγορία όπως «ευθύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βραχύς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βραχύς[1][2] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mréǵʰus < *mreǵʰ- + *-us

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vɾaˈçis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βραχύς

Επίθετο

[επεξεργασία]

βραχύς, -εία, -ύ, συγκριτικός:  βραχύτερος, υπερθετικός:  βραχύτατος

  1. σύντομος σε διάρκεια
  2. λίγος
  3. κοντός ή με μικρές διαστάσεις
  4. (γραμματική, φωνητική)) συνώνυμο του βραχύχρονος
    παράδειγμα Τα βραχέα φωνήεντα είναι το έψιλον και το όμικρον, καθώς και τα δίχρονα ῠ, ῐ, ᾰ.

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

όπως

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βραχύς - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. βραχύς - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βραχύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mréǵʰus < *mreǵʰ- +‎ *-us