βραχύχρονος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βραχύχρονος βραχύχρονη βραχύχρονο
γενική βραχύχρονου βραχύχρονης βραχύχρονου
αιτιατική βραχύχρονο βραχύχρονη βραχύχρονο
κλητική βραχύχρονε βραχύχρονη βραχύχρονο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βραχύχρονοι βραχύχρονες βραχύχρονα
γενική βραχύχρονων βραχύχρονων βραχύχρονων
αιτιατική βραχύχρονους βραχύχρονες βραχύχρονα
κλητική βραχύχρονοι βραχύχρονες βραχύχρονα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βραχύχρονος < βραχύς + χρόνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βραχύχρονος, -η, -ο

  1. που γίνεται σε σύντομο χρόνο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. (γλωσσολογία) βραχύχρονο φωνήεν: το φωνήεν (ε, ο και ενίοτε α, ι, υ) που στην αρχαία ελληνική γλώσσα προφέρεται στο μισό (περίπου) χρόνο από το μακρόχρονο. Δηλώνεται στα λεξικά με το σύμβολο ˘ πάνω από το φωνήεν: , ,
  2. (γλωσσολογία) βραχύχρονη συλλαβή: η συλλαβή που έχει βραχύχρονο φωνήεν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]