μακροχρόνιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακροχρόνιος < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μακροχρόνιος, -α, -ο

  1. που διαρκεί για πολύ χρόνο

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]