δίχρονος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίχρονος < δι- + χρόνος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δίχρονος

  1. που αναφέρεται, αφορά, είναι ή γίνεται σε δύο χρόνια ή χρόνους:
    • (ειδικότερα) για κινητήρες εσωτερικής καύσης: ο οποίος παράγει έργο σε δύο χρόνους σε κάθε πλήρη κύκλο
    • (γραμματική) για φωνήεν: που έχει δύο διαφορετικούς προσωδιακούς χρόνους και είναι άλλοτε μακρό και άλλοτε βραχύ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]