δίχρονος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

δίχρονος < δι- + χρόνος

Επίθετο[επεξεργασία]

δίχρονος

  1. που αναφέρεται, αφορά, είναι ή γίνεται σε δύο χρόνια ή χρόνους:

Μεταφράσεις[επεξεργασία]