διαρκώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαρκώ < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

διαρκώ

  1. υπάρχω για ορισμένο χρονικό διάστημα
    η συναυλία διάρκεσε πάνω από πέντε ώρες

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]