διαρκώς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διαρκώς < → λείπει η ετυμολογία
Επίρρημα
[επεξεργασία]διαρκώς
- συνεχώς, πάντοτε, αδιάκοπα
αυτό το παιδί είναι διαρκώς αφηρημένο- ※ Εφόσον προφανώς όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες θυμούνται διαρκώς ότι η κοινωνία έχει σωρευτική κόπωση, φοβάται τις αλλαγές που συντελούνται στη διαστρωμάτωσή της και προβάλλει διαρκώς το αίτημα για συμπεριληπτικότητα, για έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των νέων ανισοτήτων, πολλές από τις οποίες είναι κραυγαλέες. (Ιστορίες της Μεταπολίτευσης, (συλλογικό έργο, επιμελητές Κώστας Κωστής, Σωτήρης Ριζάς, εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 24)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διαρκώς