Μετάβαση στο περιεχόμενο

διαρκώς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διαρκώς < λείπει η ετυμολογία

Επίρρημα

[επεξεργασία]

διαρκώς

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]