dauernd

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

dauernd (de)

  1. διαρκώς