φαινόμενο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φαινόμενο < από το ουδέτερο της μετοχής φαινόμενος του ρήματος φαίνομαι
- (γεγονός, συμβάν) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική phénomène[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /feˈno.me.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φαι‐νό‐με‐νο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φαινόμενο ουδέτερο
- κάθε γεγονός, διεργασία, μεταβολή που παρατηρεί ο άνθρωπος στο φυσικό ή το κοινωνικό περιβάλλον ή τις ψυχοπνευματικές του εκδηλώσεις
έκτακτα καιρικά φαινόμενα προανήγγειλε η μετεωρολογική υπηρεσία.
η έξαρση της εγκληματικότητας είναι ένα φαινόμενο που απασχολεί τις αρχές.- ※ Καθώς η πείνα ήταν καθημερινό φαινόμενο της εποχής, τα παιδιά έτρωγαν επιδεικτικά μια φέτα ψωμί πασαλειμμένη με θρεψίνη, ἕνα στερεοποιημένο προϊὸν σταφυλιοῦ μὲ πολλὲς θερμίδες (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής, Μυθ(ιστόρημα) εκδ. Νίκος Δούκας, 2017)
- κάτι το ασυνήθιστο, το εξαιρετικό
Αυτό το παιδί είναι φαινόμενο. Σε ηλικία μόλις έξι ετών μιλάει τόσο καλά δύο ξένες γλώσσες.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- τα φαινόμενα απατούν: υπάρχει διαφορά σε αυτό που φαίνεται και σε αυτό που πραγματικά είναι
- κατά τα φαινόμενα: απ' ό,τι φαίνεται
Συγγενικά
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ φαινόμενο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)