fenómeno

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

fenómeno (pt) < λατινικό phaenomenon < αρχαιοελληνικό φαινόμενον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

fenómeno (pt) αρσενικό ( & fenômeno )

  1. το φαινόμενο με όλες τις έννοιες που έχει και στη νεοελληνική