φαινομενικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φαινομενικός φαινομενική φαινομενικό
γενική φαινομενικού φαινομενικής φαινομενικού
αιτιατική φαινομενικό φαινομενική φαινομενικό
κλητική φαινομενικέ φαινομενική φαινομενικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φαινομενικοί φαινομενικές φαινομενικά
γενική φαινομενικών φαινομενικών φαινομενικών
αιτιατική φαινομενικούς φαινομενικές φαινομενικά
κλητική φαινομενικοί φαινομενικές φαινομενικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαινομενικός < φαίνομαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φαινομενικός -ή -ό

  • που φαίνεται ότι είναι κάτι, χωρίς να είναι πραγματικά
μια φαινομενική βελτίωση των οικονομικών συνθηκών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]