εξαιρετικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξαιρετικός εξαιρετική εξαιρετικό
γενική εξαιρετικού εξαιρετικής εξαιρετικού
αιτιατική εξαιρετικό εξαιρετική εξαιρετικό
κλητική εξαιρετικέ εξαιρετική εξαιρετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαιρετικοί εξαιρετικές εξαιρετικά
γενική εξαιρετικών εξαιρετικών εξαιρετικών
αιτιατική εξαιρετικούς εξαιρετικές εξαιρετικά
κλητική εξαιρετικοί εξαιρετικές εξαιρετικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαιρετικός < εξαίρετος + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική exceptionnel)

Επίθετο[επεξεργασία]

εξαιρετικός -ή -ό

  • αυτός που ξεχωρίζει θετικά (ανάμεσα στους ομοίους του)
    Ο Γιώργος είναι εξαιρετικός μαθητής
  • πολύ θετικός, ευχάριστος
    Είχαμε ένα εξαιρετικό γεύμα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]