καύση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | καύση | οι | καύσεις |
| γενική | της | καύσης* | των | καύσεων |
| αιτιατική | την | καύση | τις | καύσεις |
| κλητική | καύση | καύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, καύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καύση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καῦσις < καίω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική combustion
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈkaf.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : καύ‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καύση θηλυκό
- (λόγιο) άλλη μορφή του κάψιμο
- (χημεία) η χημική αντίδραση ενός καυσίμου με οξυγόνο και η συνακόλουθη παραγωγή ενέργειας (μηχανικής, θερμικής κ.λπ.)
- ※ Ατακαδόρος και γελαστός, είναι επίσης προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και ανεξάντλητη δίψα για γνώση. Ο κόσμος γύρω του γαργαλάει συνεχώς την αστείρευτη περιέργειά του: παρατηρεί, εξερευνά και πειραματίζεται με τα πάντα, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα, μεταξύ άλλων ανόητων πραγμάτων, βάζει φωτιά στον αχυρώνα του πατέρα του ενώ μελετά την καύση.
- Benjamin Reyners, Τόμας Έντισον, Οι μεγάλες εφευρέσεις μιας ακόρεστης ιδιοφυΐας, μετάφραση: Lina Sideris, αρχική δημοσίευση: (2023), εκδόσεις: 50Minutes.com, ISBN 9782808665063, @google.gr/books
- ※ Ατακαδόρος και γελαστός, είναι επίσης προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και ανεξάντλητη δίψα για γνώση. Ο κόσμος γύρω του γαργαλάει συνεχώς την αστείρευτη περιέργειά του: παρατηρεί, εξερευνά και πειραματίζεται με τα πάντα, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα, μεταξύ άλλων ανόητων πραγμάτων, βάζει φωτιά στον αχυρώνα του πατέρα του ενώ μελετά την καύση.
- (βιοχημεία) (συνήθως στον πληθυντικό: καύσεις) η οξείδωση του άνθρακα των τροφών και η συνακόλουθη ελάττωση του λίπους που βρίσκεται στους ιστούς
- (μηχανική) το κάψιμο τους καυσίμου σε μια μηχανή, για την παραγωγή ενέργειας που μετατρέπεται σε κίνηση
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη καίω
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καύση
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'λύση' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Χημεία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από μεταφράσεις (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Βιοχημεία (νέα ελληνικά)
- Μηχανική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)