Μετάβαση στο περιεχόμενο

λίπος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λίπος τα λίπη
      γενική του λίπους των λιπών
    αιτιατική το λίπος τα λίπη
     κλητική λίπος λίπη
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λίπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λίπος, (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική graissez και την αγγλική fat)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈli.pos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λίπος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λίπος ουδέτερο

  1. το πάχος
  2. κάθε λιπαρή ουσία
  3. τα λιπίδια, κατηγορία χημικών ενώσεων με ανάλογη σύσταση / ιδιότητες

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα