οξείδωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οξείδωση οξειδώσεις
γενική οξείδωσης
& οξειδώσεως
οξειδώσεων
αιτιατική οξείδωση οξειδώσεις
κλητική οξείδωση οξειδώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξείδωση < ὀξείδωσις < γαλλική oxydation

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οξείδωση θηλυκό

  1. (χημεία) η χημική διαδικασία με την οποία αυξάνεται ο αριθμός οξείδωσης ενός ατόμου ή μίας ένωσης
  2. σκούριασμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]