καίω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Open book 01.svg Ρήμα[]

καίω, παρατ.: έκαιγα, στιγμ. μέλλ.: θα κάψω, αόρ.: έκαψα , παθ.φωνή: καίγομαι , μτχ.π.π.: καμένος

  1. προκαλώ με φλόγα την καύση ενός αντικειμένου ή υλικού
  2. καταστρέφω με τη φωτιά
    οι κατακτητές έκαψαν το χωριό μας
  3. καυτηριάζω
  4. (μεταφορικά) πραγματοποιώ εγγραφή CD ή DVD
    κάψε τα αρχεία σε ένα CD και πάρτα μαζί σου
  5. (μεταφορικά) βασανίζω
    τον καίει τον παράπονο
  6. (αμετάβατο) για την ίδια τη φωτιά ή άλλο αντικείμενο που καίγεται
    δύο ώρες μετά την άφιξη της Πυροσβεστικής η φωτιά έκαιγε ακόμα
    τα ξύλα στο τζάκι έκαιγαν και η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή
  7. (για αντικείμενο) έχω αναπτύξει ή εκπέμπω υψηλή θερμοκρασία
    πήγε να πιάσει την κατσαρόλα, αλλά έκαιγε και τράβηξε γρήγορα το χέρι του
  8. (για πρόσωπο) είμαι πολύ ζεστός, έχω πυρετό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

καίω

  1. καίω
  2. καίω, καταστρέφω με τη φωτιά
  3. καυτηριάζω