Μετάβαση στο περιεχόμενο

καίω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καίω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καίω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈce.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καίω

καίω, πρτ.: έκαιγα, στ.μέλλ.: θα κάψω, αόρ.: έκαψα, παθ.φωνή: καίγομαι, π.αόρ.: κάηκα, μτχ.π.π.: καμένος

  1. προκαλώ με φλόγα την καύση ενός αντικειμένου ή υλικού
  2. καταστρέφω με τη φωτιά
    παράδειγμα  Οι κατακτητές έκαψαν το χωριό μας.
  3. καυτηριάζω
  4. μεταφορικά, πληροφορική πραγματοποιώ (μόνιμη) εγγραφή σε μνήμες μίας χρήσης όπως CD, DVD, ROM. Ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά γιατί οι μνήμες δεν μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν.
    παράδειγμα  Κάψε τα αρχεία σε ένα CD και πάρτα μαζί σου!
     συνώνυμα: εγγράφω (μόνιμα)
  5. (μεταφορικά) βασανίζω
    παράδειγμα  τον καίει το παράπονο
  6. (αμετάβατο) για την ίδια τη φωτιά ή άλλο αντικείμενο που καίγεται
     δείτε τη λέξη καίγομαι
    παράδειγμα  Δύο ώρες μετά την άφιξη της Πυροσβεστικής η φωτιά έκαιγε ακόμα.
    παράδειγμα  Τα ξύλα στο τζάκι έκαιγαν και η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή.
  7. (για αντικείμενο) έχω αναπτύξει ή εκπέμπω ψηλή θερμοκρασία
    παράδειγμα  Πήγε να πιάσει την κατσαρόλα, αλλά έκαιγε και τράβηξε γρήγορα το χέρι του.
     συνώνυμα: κορώνω
  8. (για πρόσωπο) είμαι πολύ ζεστός, έχω πυρετό
  9. και δείτε το παθητικό καίγομαι

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε και τη σπανιότερη μορφή καίγω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

καίω

  1. καίω
  2. καίω, καταστρέφω με τη φωτιά
  3. καυτηριάζω

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]