καμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κεκαμμένος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καμένος καμένη καμένο
γενική καμένου καμένης καμένου
αιτιατική καμένο καμένη καμένο
κλητική καμένε καμένη καμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καμένοι καμένες καμένα
γενική καμένων καμένων καμένων
αιτιατική καμένους καμένες καμένα
κλητική καμένοι καμένες καμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμένος < αρχαία ελληνική κεκαυμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καίω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

καμένος, -η, -ο

  1. (γενικότερα) που έχει καεί, από οποιαδήποτε αιτία (π.χ. φωτιά, έκρηξη, καυστική ουσία, παγετό κ.λπ.)
  2. (ειδικότερα) που έχει αλλοιωθεί, συνήθως από θερμοκρασία
  3. (μεταφορικά) αυτός του οποίου η μυστική ή παράνομη δράση έχει αποκαλυφθεί

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • καμένος από χέρι: για κάτι που είναι γνωστό ή φανερό από την αρχή ότι θα αποτύχει
  • καμένη γη: μόνιμη επωδός της κάθε εναλλασσόμενης κυβέρνησης για τα οικονομικά της χώρας, τουλάχιστον στην ελληνική πολιτική σκηνή.
  • καμένο χαρτί: για κάποιον ή κάτι που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί επειδή έγινε γνωστό κάποιο αρνητικό χαρακτηριστικό του ή επειδή απέτυχε ήδη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]