θερμοκρασία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θερμοκρασία θερμοκρασίες
γενική θερμοκρασίας θερμοκρασιών
αιτιατική θερμοκρασία θερμοκρασίες
κλητική θερμοκρασία θερμοκρασίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

θερμοκρασία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

θερμοκρασία θηλυκό

  1. το φυσικό μέγεθος που εκφράζει το πόσο κρύο ή ζεστό είναι ένα σώμα και μετριέται με ένα θερμόμετρο σε διάφορες κλίμακες (Κελσίου, Φαρενάιτ ή Κέλβιν)· από φυσική άποψη, το μέτρο της θερμοκρασίας εκφράζει τη μέση κινητική ενέργεια των μορίων του σώματος αυτού: υψηλότερη κινητική ενέργεια των μορίων δίνει ως αποτέλεσμα υψηλότερες μετρήσεις στο θερμόμετρο, ενώ το σώμα αυτό γίνεται υποκειμενικά αντιληπτό ως θερμότερο από ένα άλλο με χαμηλότερη κινητική ενέργεια των μορίων του
    • με τον όρο αυτό μπορεί να εννοούνται ειδικότερα:
      1. η θερμοκρασία του ατμοσφαιρικού αέρα
      2. η θερμοκρασία του αίματος ενός ζωντανού οργανισμού
  2. (μεταφορικά) η κινητικότητα ή/και η ένταση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]