ποτό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ποτό | τα | ποτά |
| γενική | του | ποτού | των | ποτών |
| αιτιατική | το | ποτό | τα | ποτά |
| κλητική | ποτό | ποτά | ||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ποτό < αρχαία ελληνική ποτόν, ουδέτερο του επιθέτου ποτός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ποτό ουδέτερο
- κάθε τι που πίνεται (εκτός ίσως από το νερό και το γάλα)· λέγεται κυρίως για τα αναψυκτικά και τα οινοπνευματώδη
- ※ ποτέ οι πωλήσεις των βιβλίων μου δεν ξεπερνούσαν το φράγμα της πρώτης, άντε το πολύ της δεύτερης έκδοσης. «Μη στενοχωριέσαι. Είναι γιατί είσαι ιδιαίτερος συγγραφέας. Σε διαβάζουν λίγοι αλλά εκλεκτοί ... » Με τέτοια με παρηγορούσε ο μπαγάσας. Ήταν από τους δυο τρεις που έβγαινα για ποτό και που εμπιστευόμουν τα χειρόγραφα να ακούσω τη γνώμη τους. (Κώστας Ακριβός, Γάλα Μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
- ※ Έβαλε στο σέικερ μια μεζούρα τζιν, κάτι άλλο που πρέπει να ήταν βότκα και γύρισε προς την κάβα με τα ποτά. (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Κοσμοναύτης, εκδόσεις Πατάκη, 2023)