πίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίνω < αρχαία ελληνική πίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πίνω

  1. βάζω υγρό στο στόμα με σκοπό να καταλήξει στο στομάχι
    πιες το γάλα σου
    θα πιεις καφέ;
  2. κρατώ υγρό στο εσωτερικό μου, απορροφώ
    το περιβόλι χρειάζεται να πιει πολύ νερό λόγω του καύσωνα
  3. κάνω χρήση χαπιών ή άλλου φαρμάκου
    να πιεις αντιπυρετικό για να πέσει ο πυρετός
  4. (αργκό) καπνίζω καπνό ή παίρνω ναρκωτικά ή καταναλώνω οινοπνευματώδες ποτό
    βάλε μου να πιω
  5. είμαι πότης, έχω εθιστεί στο αλκοόλ
    το πάθος του να πίνει τον κατέστρεψε
  6. κάνω πρόποση
    ας πιούμε στην υγεία του εορτάζοντα
  7. πίνεται;: είναι κατάλληλο ή ευχάριστο για να το πει κάποιος
    μου έφερε ένα κρασί που πίνεται σαν κονιάκ
  8. πιωμένος: μεθυσμένος
    γυρνούσε αργά τη νύχτα πιωμένος, αλλά τώρα δεν το κάνει πια

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • να τον / την πιεις στο ποτήρι: όμορφος νέος / όμορφη νέα
  • πίνω νερό στο όνομα κάποιου: έχω εμπιστοσύνη σε κάποιον
  • πίνω το αμίλητο νερό: δε μιλάω
  • πίνω το αίμα (κάποιου): εκμεταλλεύομαι κάποιον χωρίς οίκτο
  • πίνω πικρό ποτηρι: καταβάλλομαι από αίσθημα δυσαρέσκειας λόγω αρνητικής κατάστασης
  • τι πίνεις;: ποιο είναι το αγαπημένο σου ποτό;ποιο ποτο σου αρεσει να πινεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

  • μέσο: πίνομαι παρατ. πινόμουν, μετοχή πιωμένος και πιομένος, αόρ. καταπόθηκα και γενικά οι άλλοι τύποι από το καταπίνω ή περιφραστικά (π.χ. αυτό που ήπιαν εκείνο που είχαν πιεί)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας πίνω πίνομαι
Παρατατικός ἔπινον & πίνεσκον (ιωνικός) ἐπινόμην
Μέλλοντας πίομαι & πιοῦμαι ποθήσομαι
Αόριστος ἔπιον ἐπόθην
Παρακείμενος πέπωκα πέπομαι
Υπερσυντέλικος ἐπεπώκειν ἐπεπόμην
Συντελεσμένος Μέλλοντας πεπωκώς ἔσομαι -


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peh-, συγγενές με το λατινικά poto

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πίνω

  1. πίνω
  2. καταπίνω, απορροφώ