Μετάβαση στο περιεχόμενο

trinki

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
trinki < αγγλική drink, γερμανική trinken
ρήμα trinki
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας trinkas trinkanta trinkata
αόριστος trinkis trinkinta trinkita
μέλλοντας trinkos trinkonta trinkota
υποθετική trinkus - -
προστακτική trinku - -

trinki (eo)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]