Μετάβαση στο περιεχόμενο

απορροφώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀπορροφῶ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απορροφώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπορροφῶ, συνηρημένος τύπος του ἀπορροφέω (πίνω με ρουφηξιές) < ἀπό + ῥοφέω / ῥοφῶ, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική absorber[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.po.ɾoˈfo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: απορροφώ

απορροφώ/απορροφάω, αόρ.: απορρόφησα, παθ.φωνή: απορροφώμαι/απορροφιέμαι, π.αόρ.: απορροφήθηκα, μτχ.π.π.: απορροφημένος

  1. ρουφώ
  2. αφομοιώνω, ρουφώ στο εσωτερικό μου μία υγρή ή αέρια ουσία
    παράδειγμα  το ύφασμα απορροφά το λάδι και η λαδιά δεν φεύγει εύκολα
    παράδειγμα  η μπογιά απορροφήθηκε από τον τοίχο
  3. μειώνω ή εξαλείφω την ένταση ενός φαινομένου
  4. (μεταφορικά) συγχωνεύω
  5. (μεταφορικά) ενσωματώνω, αφομοιώνω
  6. (μεταφορικά) καταναλώνω
    παράδειγμα  ό,τι δεν απορροφά η ελληνική αγορά εξάγεται αλλά και αντιστρόφως, ό,τι δεν απορροφούν οι εξαγωγές, διοχετεύεται στην εγχώρια
    παράδειγμα  τα δάνεια απορροφήθηκαν από τις τράπεζες αντί να καλύψουν κοινωνικές ανάγκες
      Η ακριβώς αντίστροφη αλλαγή από την αέρια στην υγρή φάση, καλείται υγροποίηση και αποδίδει την ίδια λανθάνουσα θερμότητα που απορροφήθηκε κατά την εξαέρωση ή εξάτμιση (Ν. Παλικαράκης, Γ. Νικηφορίδης, Φυσική με εφαρμογές στις επιστήμες υγείας, τομ. 3, Πανεπιστήμιο Πατρών, 1986, σελ. 122)
  7. (μεταφορικά) προσλαμβάνω εργατικό δυναμικό
  8. (μεταφορικά) κάνω κάποιον να αφοσιωθεί σε κάτι ολότελα και να ξεχάσει όλα τα άλλα
    παράδειγμα  με απορρόφησε η δουλειά και ξέχασα να φάω!
    παράδειγμα  απορροφήθηκα με το διάβασμα-στο διάβασμα
  9. (φυσική) ελαττώνω την ένταση ή την ενέργεια ηχητικού ή ηλεκτρομαγνητικού κύματος καθώς αυτό διαδίδεται μέσα σε υλικό σώμα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις από και ρουφώ

Ενεργητική φωνή: λείπει η κλίση

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]