απορροφώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απορροφώ < αρχαία ελληνική ἀπορροφέω-ἀπορρροφῶ < ἀπό και ῥοφέω-ῥοφῶ

Open book 01.svg Ρήμα[]

απορροφώ, παθ. απορροφώμαι, παθ.μτχ. απορροφημένος

  1. αφομοιώνω, ρουφώ στο εσωτερικό μου μία ουσία
    το ύφασμα απορροφά το λάδι και η λαδιά δεν φεύγει εύκολα
  2. καταναλώνω
    ό,τι δεν απορροφά η ελληνική αγορά εξάγεται αλλά και αντιστρόφως, ό,τι δεν απορροφούν οι εξαγωγές, διοχετεύεται στην εγχώρια
  3. (μεταφορικά) κάνω κάποιον να αφοσιωθεί ολότελα και να ξεχάσει όλα τα άλλα
    με απορρόφησε η δουλειά και ξέχασα να φάω!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]