απορροφώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απορροφώ < αρχαία ελληνική ἀπορροφέω / ἀπορρροφῶ < ἀπό + ῥοφέω / ῥοφῶ (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική absorber)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.ˈɾɔ.fi.si/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

απορροφώ (παθητική φωνή: απορροφώμαι, παθ.μτχ. απορροφημένος)

  1. ρουφώ
  2. αφομοιώνω, ρουφώ στο εσωτερικό μου μία ουσία
    το ύφασμα απορροφά το λάδι και η λαδιά δεν φεύγει εύκολα
  3. μειώνω ή εξαλείφω την ένταση ενός φαινομένου
  4. (μεταφορικά) συγχωνεύω
  5. (μεταφορικά) ενσωματώνω, αφομοιώνω
  6. (μεταφορικά) καταναλώνω
    ό,τι δεν απορροφά η ελληνική αγορά εξάγεται αλλά και αντιστρόφως, ό,τι δεν απορροφούν οι εξαγωγές, διοχετεύεται στην εγχώρια
  7. (μεταφορικά) προσλαμβάνω εργατικό δυναμικό
  8. (μεταφορικά) κάνω κάποιον να αφοσιωθεί σε κάτι ολότελα και να ξεχάσει όλα τα άλλα
    με απορρόφησε η δουλειά και ξέχασα να φάω!
  9. (φυσική) ελαττώνω την ένταση ή την ενέργεια ηχητικού ή ηλεκτρομαγνητικού κύματος καθώς αυτό διαδίδεται μέσα σε υλικό σώμα

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]