αφομοιώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφομοιώνω < αρχαία ελληνική ἀφομοιόω, -ῶ < ἀπό + ὁμοιόω < ὅμοιος, με δάσυνση του "π" σε "φ", λόγω του δασυνόμενου αρκτικού "ο"

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.fɔ.mi.ˈɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αφομοιώνω

  1. κάνω κάτι όμοιο με άλλο
  2. εμπεδώνω, κατανοώ κάτι πλήρως

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]