Μετάβαση στο περιεχόμενο

ενσωματώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ενσωματώνω < ελληνιστική κοινή ἐνσωματ(ῶ) (κλίση -όω) + -ώνω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική incorporer)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /en.so.maˈto.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ενσωματώνω

ενσωματώνω, αόρ.: ενσωμάτωσα, παθ.φωνή: ενσωματώνομαι, π.αόρ.: ενσωματώθηκα, μτχ.π.π.: ενσωματωμένος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις ενσώματος και σώμα

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]