Μετάβαση στο περιεχόμενο

αφομοίωση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αφομοίωση οι αφομοιώσεις
      γενική της αφομοίωσης* των αφομοιώσεων
    αιτιατική την αφομοίωση τις αφομοιώσεις
     κλητική αφομοίωση αφομοιώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αφομοιώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αφομοίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφομοίωσις (εξομοίωση, σύγκριση) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική assimilation [1] Μορφολογικά, αφ-, ομοίωση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.foˈmi.o.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αφομοίωση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αφομοίωση θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις αφομοιώνω, από και όμοιος

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]