αφομοίωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αφομοίωση αφομοιώσεις
γενική αφομοίωσης
& αφομοιώσεως
αφομοιώσεων
αιτιατική αφομοίωση αφομοιώσεις
κλητική αφομοίωση αφομοιώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφομοίωση < ελληνιστική κοινή ἀφομοίωσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αφομοίωση θηλυκό

  • η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος αφομοιώνω
  1. η πρόσληψη ξένων στοιχείων από έναν οργανισμό, άτομο, σύνολο και η μετατροπή τους σε οργανικά στοιχεία αυτού που τα προσλαμβάνει
    1. η πρόσληψη θρεπτικών συστατικών τα οποία μέσω της πέψης μετασχηματίζονται και χρησιμοποιούνται ως δομικά συστατικά του οργανισμού
    2. η σε βάθος απόκτηση γνώσεων, οι οποίες αποτελούν πια ένα συνεκτικό σύνολο και σταθερό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας
    3. η πρόσληψη ξένων πολιτιστικών στοιχείων, τα οποία βαθμιαία μετασχηματίζονται και επηρεάζουν τη διαμόρφωση του πολιτισμού του λαού που τα ππροσλαμβάνει
    4. η ενσωμάτωση ξένων στοιχείων σε ένα κοινωνικό σύνολο, τα οποία χάνουν πια την ιδιαιτερότητά τους
  2. (γλωσσολογία) το φαινόμενο κατά το οποίο ένας φθόγγος μεταβάλλεται ώστε να γίνει όμοιος ή κοντινότερος προς τον γειτονικό του «συρράπτω» >συν και ράπτω, έμμισθος > εν + μισθός, έλλογος> εν + λόγος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]