γνώση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | γνώση | οι | γνώσεις |
| γενική | της | γνώσης* | των | γνώσεων |
| αιτιατική | τη | γνώση | τις | γνώσεις |
| κλητική | γνώση | γνώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, γνώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γνώση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γνῶ(σις) + -ση < γιγνώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵneh₃-
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈɣno.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γνώ‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γνώση θηλυκό
- το να γνωρίζει κάποιος κάτι
Δεν είχα γνώση της κατάστασης.- ※ Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)
- οι πληροφορίες που αποκτά κάποιος και οι παραστάσεις που σχηματίζει για τον κόσμο και τα πράγματα μετά από την νοητική επεξεργασία των εμπειρικών δεδομένων
Με τις μελέτες του απέκτησε πλούσιες γνώσεις.
Ότι γνωρίζω σου ανήκει. Δεν αποκρύπτω γνώση. Δύναμή μου να κρίνω και να γεννώ νέα.
- (φιλοσοφία)
- το σύνολο των προτάσεων με τις οποίες περιγράφεται, κατανοείται κι ερμηνεύεται η πραγματικότητα
- η ουσία και τα αίτια ενός πράγματος ή γεγονότος
- η σύνεση
γερόντου γνώση
- μνημονική καταγραφή εθίμων ή διαδικασιών
Η χειρουργική απαιτεί γνώση κι εμπειρία.
Ο χορευτής έχει γνώση χορού, ο φυσικός των πειραματικών δεδομένων μα ο πιστός μόνο πίστη και γνώση κειμένων.
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- έχουν γνώση οι φύλακες: για περιπτώσεις που οι υπεύθυνοι για κάτι έχουν λάβει τις απαραίτητες προφυλάξεις
- κοντά στο νου κι η γνώση: για κάτι που είναι / θεωρείται αυτονόητο
- στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα! για λάθη που αναγνωρίζονται εκ των υστέρων
- εν γνώσει: γνωρίζοντας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γνώση
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'λύση' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Φιλοσοφία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)