εν γνώσει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εν γνώσει < εν + γνώσει, δοτική της καθομιλουμένης

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

εν γνώσει

  1. γνωρίζοντας, έχοντας επίγνωση ενός πράγματος
    έκανε αυτήν την τελευταία προσπάθεια εν γνώσει του ότι δεν είχε πολλές ελπίδες επιτυχίας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]