assimilate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | assimilate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | assimilates |
| αόριστος | assimilated |
| παθητική μετοχή | assimilated |
| ενεργητική μετοχή | assimilating |
Ρήμα
[επεξεργασία]assimilate (en)
- (μεταβατικό) αφομοιώνω, κατανοώ πλήρως μια ιδέα ή κάποιες πληροφορίες ώστε να μπορώ να τη χρησιμοποιήσω ο ίδιος
- (μεταβατικό και αμετάβατο) αφομοιώνω, ενσωματώνω, για κοινωνικό σύνολο το οποίο δέχεται, απορροφά και εξομοιώνει τα ξένα στοιχεία που εισέρχονται σε αυτό
Millions of immigrants assimilated into America.
- Εκατομμύρια μετανάστες αφομοιώθηκαν στην Αμερική.
The refugees were assimilated by the locals.
- Αφομοιώθηκαν οι πρόσφυγες από τους ντόπιους.
The country assimilated thousands of immigrants into its society.
- Η χώρα ενσωμάτωσε χιλιάδες μετανάστες στην κοινωνία της.
- (μεταβατικό, συνήθως στην παθητική φωνή) αφομοιώνω, ενσωματώνω, προσαρμόζω μια ιδέα, τη στάση ενός ατόμου κτλ. ώστε να ταιριάζει σε κάτι ή να είναι αποδεκτή.