Μετάβαση στο περιεχόμενο

assimilate

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας assimilate
γ΄ ενικό ενεστώτα assimilates
αόριστος assimilated
παθητική μετοχή assimilated
ενεργητική μετοχή assimilating

assimilate (en)

  1. (μεταβατικό) αφομοιώνω, κατανοώ πλήρως μια ιδέα ή κάποιες πληροφορίες ώστε να μπορώ να τη χρησιμοποιήσω ο ίδιος
    παράδειγμα  The committee will need time to assimilate this report.
    Η επιτροπή θα χρειαστεί χρόνο για να αφομοιώσει αυτήν την έκθεση.
     συνώνυμα: digest
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) αφομοιώνω, ενσωματώνω, για κοινωνικό σύνολο το οποίο δέχεται, απορροφά και εξομοιώνει τα ξένα στοιχεία που εισέρχονται σε αυτό
    παράδειγμα  Millions of immigrants assimilated into America.
    Εκατομμύρια μετανάστες αφομοιώθηκαν στην Αμερική.
    παράδειγμα  The refugees were assimilated by the locals.
    Αφομοιώθηκαν οι πρόσφυγες από τους ντόπιους.
    παράδειγμα  The country assimilated thousands of immigrants into its society.
    Η χώρα ενσωμάτωσε χιλιάδες μετανάστες στην κοινωνία της.
  3. (μεταβατικό, συνήθως στην παθητική φωνή) αφομοιώνω, ενσωματώνω, προσαρμόζω μια ιδέα, τη στάση ενός ατόμου κτλ. ώστε να ταιριάζει σε κάτι ή να είναι αποδεκτή.
    παράδειγμα  These changes were gradually assimilated into everyday life.
    Αυτές οι αλλαγές αφομοιώθηκαν σταδιακά στην καθημερινή ζωή.
    παράδειγμα  Your suggestions will be assimilated into the bill.
    Οι προτάσεις σου θα ενσωματωθούν στο νομοσχέδιο.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη integrate