εξαλείφω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαλείφω < αρχαία ελληνική ἐξαλείφω < εξ- + αλείφω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ksa.ˈli.fɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

εξαλείφω

  1. αφαιρώ κάτι από κάποια επιφάνεια
     συνώνυμα: σβήνω, ξεπλένω, αφανίζω, καθαρίζω
    καὶ τ' ἄστρα τ' ἀναρίθμητα / ἀπὸ τὸν μέγαν Ὄλυμπον / πάντα ἐξαλείφει. (Α. Κάλβος, Ἡ Λύρα, Ὠδὴ δευτέρα, Εἰς δόξαν, ι΄, 1824)
  2. (νομική) αφαιρώ μέρος κειμένου που έχει νομική υπόσταση
     συνώνυμα: διαγράφω, καταργώ, ακυρώνω
    Δήλωση πρέπει να υποβάλει και καθένας που εξάλειψε υποθήκη ή προσημείωση στα ακίνητά του.
  3. (μεταφορικά) προκαλώ καταστροφή, χαμό ή θάνατο
     συνώνυμα: χαλάω, εξαφανίζω, εξολοθρεύω
    Τότε ἄρχισε ὁ Ἀρμασμπέρης νὰ λαβαίνει μέτρα πῶς νὰ μ' ἐξαλείψει. (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, βιβλίον γ΄, κεφ. 3ον, περίπου 1830)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]