αλείφω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλείφω < αρχαία ελληνική ἀλείφω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂leibʰ-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αλείφω (παθητική φωνή: αλείφομαι)

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]