Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλείβω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλείβω < αλείφω

αλείβω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]