πασαλείβω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πασαλείβω < ελληνιστική κοινή πισσαλοιφέω / πισσαλοιφῶ < αρχαία ελληνική πίσσα + ἀλείφω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.sa.ˈli.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πασαλείβω (παθητική φωνή: πασαλείβομαι)

  1. αλείφω με τρόπο πρόχειρο και κάπως άτεχνο κάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: επαλείφω
  2. (κατ’ επέκταση) (ειρωνικά) ζωγραφίζω κακότεχνα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μουντζουρώνω
  3. (μεταφορικά) ενεργώ με τρόπο βιαστικό και κάπως πρόχειρο και επιπόλαιο
  4. (μεταφορικά) λερώνω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]