πρόχειρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόχειρο πρόχειρα
γενική προχείρου προχείρων
αιτιατική πρόχειρο πρόχειρα
κλητική πρόχειρο πρόχειρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόχειρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: πρόχειρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.çi.ɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρόχειρο ουδέτερο

  1. τετράδιο ή άλλο παρόμοιο μέσο το οποίο χρησιμοποιούμε για να καταγράψουμε κάτι προσωρινά ή να κάνουμε υπολογισμούς
  2. (πληροφορική) περιοχή της μνήμης του υπολογιστή η οποία χρησιμοποιείται για προσωρινή αποθήκευση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

πρόχειρο ουδέτερο