πρόχειρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πρόχειρος η πρόχειρη το πρόχειρο
      γενική του πρόχειρου της πρόχειρης του πρόχειρου
    αιτιατική τον πρόχειρο την πρόχειρη το πρόχειρο
     κλητική πρόχειρε πρόχειρη πρόχειρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πρόχειροι οι πρόχειρες τα πρόχειρα
      γενική των πρόχειρων των πρόχειρων των πρόχειρων
    αιτιατική τους πρόχειρους τις πρόχειρες τα πρόχειρα
     κλητική πρόχειροι πρόχειρες πρόχειρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόχειρος < αρχαία ελληνική πρόχειρος < (πρό) πρό- + χείρ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɾo.çi.ɾos/

Επίθετο[επεξεργασία]

πρόχειρος, -η, -ο

  1. που έχει γίνει χωρίς μεγάλη προσοχή, με βιασύνη ή χωρίς τη χρήση των κατάλληλων υλικών ή μέσων
  2. που δεν τον έχουμε επεξεργαστεί όσο πρέπει, αλλά βρίσκεται σε μια πρωτόλεια ή πρώτη μορφή ή κατάσταση
  3. που βρίσκεται εύκολα
  4. προσωρινός
     αντώνυμα: μόνιμος
  5. ανεπίσημος, καθημερινός
     αντώνυμα: επίσημος, καλός
  6. (ουσιαστικοποιημένο) το πρόχειρο: τετράδιο ή μπλοκ για ποικίλες πρόχειρες σημειώσεις

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • εκ του προχείρου: στο πόδι, χωρίς προετοιμασία
  • έχω (κάτι) πρόχειρο: έχω κάτι έτοιμο για άμεση χρησιμοποίηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ πρόχειρος τὸ πρόχειρον οἱ, αἱ πρόχειροι τὰ πρόχειρα
Γενική τοῦ, τῆς προχείρου τοῦ προχείρου τῶν προχείρων τῶν προχείρων
Δοτική τῷ, τῇ προχείρῳ τῷ προχείρῳ τοῖς, ταῖς προχείροις τοῖς προχείροις
Αιτιατική τὸν, τὴν πρόχειρον τὸ πρόχειρον τοὺς, τὰς προχείρους τὰ πρόχειρα
Κλητική πρόχειρε πρόχειρον πρόχειροι πρόχειρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική προχείρω
Γενική-Δοτική προχείροιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόχειρος < πρό- + χείρ + -ος

Επίθετο[επεξεργασία]

πρόχειρος

  1. πρόχειρος, που είναι έτοιμος για άμεση χρήση
  2. πρόχειρος, δεν έχει γίνει προπαρασκευή ή μελέτη για αυτόν
  3. κοινός, συνηθισμένος
  4. γρήγορος
  5. προφανής