μπλοκ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: μπλόκο, μπλόκι, μπλογκ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπλοκ < αγγλική block < μέση αγγλική blok < παλαιά γαλλικά bloc < μέση ολλανδική blok < παλαιά ολλανδικά *blok πρωτογερμανική *blukką < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰulǵ- < *bʰelǵ- (δοκός, σανίδα)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈblok/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπλοκ ουδέτερο άκλιτο

  1. δέσμη χάρτινων φύλλων με ποικίλο περιεχόμενο και για διάφορους σκοπούς, ενωμένων με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί κάποιος να κόψει ένα φύλλο από τη δέσμη και να το δώσει σε άλλον
    μπλοκ αποδείξεων
    μπλοκ επιταγών
    μπλοκ εισιτηρίων
    μπλοκ ζωγραφικής
  2. (μεταφορικά) ομάδα ομοειδών πραγμάτων
    μπλοκ πολυκατοικιών
  3. (μεταφορικά) ομάδα, σύνολο ή συνασπισμός ανθρώπων με κοινές επιδιώξεις ή χαρακτηριστικά
    αριστερό μπλοκ
    δείτε τις λέξεις κοινοπραξία, συμμαχία και συνασπισμός
  4. (αθλητισμός) ύψωση των χεριών των παικτών στο βόλεϊ, ώστε να αποκρουστεί το καρφί ή η μπαλιά των αντιπάλων
  5. (πληροφορική) σύνολο δεδομένων (λέξεων, χαρακτήρων κ.λπ.) που λαμβάνονται ως μια ενότητα
  6. (αρχιτεκτονική) συμπαγές κομμάτι οικοδομικού υλικού (με ποικίλη σύσταση)
    Άλλες μορφές: μπλόκι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]