ξεμπλοκάρισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξεμπλοκάρισμα ξεμπλοκαρίσματα
γενική ξεμπλοκαρίσματος ξεμπλοκαρισμάτων
αιτιατική ξεμπλοκάρισμα ξεμπλοκαρίσματα
κλητική ξεμπλοκάρισμα ξεμπλοκαρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεμπλοκάρισμα < ξεμπλοκάρω < ξε + μπλοκάρω < ιταλική bloccare < γαλλική bloquer < bloc < μέσα ολλανδικά blok < παλαιά ολλανδικά *blok πρωτογερμανικά *blukką < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰulǵ- < *bʰelǵ- (δοκός, σανίδα) ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική unblock)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksε.blo.ˈka.ɾiz.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξεμπλοκάρισμα ουδέτερο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]