ομοειδής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ομοειδής ομοειδής ομοειδές
γενική ομοειδούς ομοειδούς ομοειδούς
αιτιατική ομοειδή ομοειδή ομοειδές
κλητική ομοειδή(ς) ομοειδής ομοειδές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ομοειδείς ομοειδείς ομοειδή
γενική ομοειδών ομοειδών ομοειδών
αιτιατική ομοειδείς ομοειδείς ομοειδή
κλητική ομοειδείς ομοειδείς ομοειδή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομοειδής < αρχαία ελληνική ὁμοειδής < ὁμός + εἶδος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ομοειδής

  1. που είναι του ίδιου είδους με κάτι άλλο, που ανήκει στην ίδια κατηγορία


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]