μπλοκάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μπολάκι

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπλοκάκι μπλοκάκια
γενική
αιτιατική μπλοκάκι μπλοκάκια
κλητική μπλοκάκι μπλοκάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπλοκάκι < μπλοκ + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < αγγλική block < μέση αγγλική blok < παλαιά γαλλικά bloc < μέσα ολλανδικά blok < παλαιά ολλανδικά *blok πρωτογερμανικά *blukką < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰulǵ- < *bʰelǵ- (δοκός, σανίδα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /blo.ˈka.ki/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπλοκάκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του μπλοκ, δέσμη χάρτινων φύλλων με ποικίλο περιεχόμενο και για διάφορους σκοπούς, ενωμένων με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί κάποιος να κόψει ένα φύλλο από τη δέσμη και να το δώσει σε άλλον
  2. (εργασιακή σχέση) μπλοκ με τιμολόγια ελεύθερου επαγγελματία για υπηρεσίες προς τους εργοδότες του με την προϋπόθεση το 80% των εισοδημάτων να μην ξεπερνούν τους τρεις εργοδότες.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]