σανίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σανίδα σανίδες
γενική σανίδας σανίδων
αιτιατική σανίδα σανίδες
κλητική σανίδα σανίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σανίδα < αρχαία ελληνική σανίς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σανίδα θηλυκό

  1. παραλληλόγραμμο κομμάτι ξύλου με μικρό πάχος
  2. (μεταφορικά) για πολύ λεπτό άνθρωπο ή ειδικά για κοιλιά επίπεδη, γυμνασμένη και χωρίς πάχος

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]