Μετάβαση στο περιεχόμενο

board

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
board boards

board (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η σανίδα, ένα μακρύ λεπτό κομμάτι από ισχυρό σκληρό υλικό, ιδιαίτερα ξύλο, που χρησιμοποιείται, για παράδειγμα, για την κατασκευή δαπέδων, την κατασκευή τοίχων και στεγών και την κατασκευή σκαφών
    παράδειγμα  fir/oak boards - ελάτινες/δρύινες σανίδες
    παράδειγμα  a floor board - σανίδα πατώματος
    παράδειγμα  He closed the opening with boards.
    Έκλεισε το άνοιγμα με σανίδες.
  2. (ειδικά σε σύνθετα) ο πίνακας, η σανίδα, ένα κομμάτι ξύλο, ή άλλο ισχυρό υλικό, που χρησιμοποιείται για ειδικό σκοπό
    παράδειγμα  a control board - πίνακας ελέγχου
    παράδειγμα  bulletin boards - πίνακες ανακοινώσεων
    παράδειγμα  an ironing board - σανίδα σιδερώματος
    παράδειγμα  a diving board - σανίδα καταδύσεων
  3. η επιτροπή, το συμβούλιο, μια ομάδα ανθρώπων που έχουν την εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις και να ελέγχουν μια εταιρεία ή άλλο οργανισμό
    παράδειγμα  a student’s apology to the disciplinary board - απολογία φοιτητή στο πειθαρχικό συμβούλιο
  4. τροφή, διατροφή
  5. (ηλεκτρονική) πλακέτα (ηλεκτρονικού κυκλώματος)
     δείτε τη λέξη PCB
ενεστώτας board
γ΄ ενικό ενεστώτα boards
αόριστος boarded
παθητική μετοχή boarded
ενεργητική μετοχή boarding

board (en)

  1. σανιδώνω, σκεπάζω με σανίδες, σανιδώνω πορτοπαράθυρα
  2. τρέφω, διατρέφω
  3. επιβιβάζομαι, ανεβαίνω σε μεταφορικό μέσο
    παράδειγμα  Passengers for Rome please proceed to Gate 32 for boarding.
    Οι επιβάτες με προορισμό τη Ρώμη παρακαλούνται να κατευθυνθούν προς την Πύλη 32 για επιβίβαση.

Σύνθετα

[επεξεργασία]