board
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| board | boards |
board (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η σανίδα, ένα μακρύ λεπτό κομμάτι από ισχυρό σκληρό υλικό, ιδιαίτερα ξύλο, που χρησιμοποιείται, για παράδειγμα, για την κατασκευή δαπέδων, την κατασκευή τοίχων και στεγών και την κατασκευή σκαφών
fir/oak boards - ελάτινες/δρύινες σανίδες
a floor board - σανίδα πατώματος
He closed the opening with boards.
- Έκλεισε το άνοιγμα με σανίδες.
- (ειδικά σε σύνθετα) ο πίνακας, η σανίδα, ένα κομμάτι ξύλο, ή άλλο ισχυρό υλικό, που χρησιμοποιείται για ειδικό σκοπό
a control board - πίνακας ελέγχου
bulletin boards - πίνακες ανακοινώσεων
an ironing board - σανίδα σιδερώματος
a diving board - σανίδα καταδύσεων
- η επιτροπή, το συμβούλιο, μια ομάδα ανθρώπων που έχουν την εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις και να ελέγχουν μια εταιρεία ή άλλο οργανισμό
a student’s apology to the disciplinary board - απολογία φοιτητή στο πειθαρχικό συμβούλιο
- τροφή, διατροφή
- (ηλεκτρονική) πλακέτα (ηλεκτρονικού κυκλώματος)
- → δείτε τη λέξη PCB
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | board |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | boards |
| αόριστος | boarded |
| παθητική μετοχή | boarded |
| ενεργητική μετοχή | boarding |
board (en)
- σανιδώνω, σκεπάζω με σανίδες, σανιδώνω πορτοπαράθυρα
- τρέφω, διατρέφω
- επιβιβάζομαι, ανεβαίνω σε μεταφορικό μέσο
Passengers for Rome please proceed to Gate 32 for boarding.
- Οι επιβάτες με προορισμό τη Ρώμη παρακαλούνται να κατευθυνθούν προς την Πύλη 32 για επιβίβαση.