πλακέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πλακέτα οι πλακέτες
      γενική της πλακέτας των πλακετών
    αιτιατική την πλακέτα τις πλακέτες
     κλητική πλακέτα πλακέτες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλακέτα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλακέτα θηλυκό

  1. μικρό ορθογώνιο, επίπεδο αντικείμενο συνήθως από σκληρό υλικό, στο οποίο συνηθίζεται να υπάρχει κάποια επιγραφή
  2. (ηλεκτρολογία) αντικείμενο το οποίο χρησιμοποιείται για να συναρμολογούνται επάνω του ηλεκτρονικά εξαρτήματα
  3. (ηλεκτρολογία) (κατ’ επέκταση) το παραπάνω αντικείμενο με τα υλικά συναρμολογημένα
    Συνώνυμα κάρτα

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]