συμμαχία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συμμαχία συμμαχίες
γενική συμμαχίας συμμαχιών
αιτιατική συμμαχία συμμαχίες
κλητική συμμαχία συμμαχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμμαχία < αρχαία ελληνική συμμαχία < σύμμαχος < σύν + μάχομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *maHgʰ- (μάχομαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμμαχία θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος) (πολιτική) συμφωνία κρατών ή συνασπισμών που προβλέπει τη μεταξύ τους συνεργασία και την από κοινού αντιμετώπιση εχθρικής απειλής
  2. συμφωνία ομάδων ή ατόμων που προβλέπει τη μεταξύ τους συνεργασία και την από κοινού αντιμετώπιση κάποιου αντιπάλου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]