σύμμαχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύμμαχος σύμμαχοι
γενική συμμάχου συμμάχων
αιτιατική σύμμαχο συμμάχους
κλητική σύμμαχε σύμμαχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σύμμαχος < αρχαία ελληνική σύμμαχος < συμμαχώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σύμμαχος αρσενικό

  1. αυτή ή αυτός που έχει συνάψει συμμαχία με άλλο κράτος είτε σε καιρό πολέμου είτε ειρήνης (πιο λόγιο, αλλά όχι πάντα, στο θηλυκό, ειδικά όταν χρησιμοπιείται ενικός)
    Είμαστε σύμμαχοι με τους Κύπριους
    Η Κύπρος είναι σύμμαχος χώρα
  2. γενικά, ο συναγωνιστής, ο σύντροφος, αυτός που υποστηρίζει σθεναρά
    Σε αυτή του την προσπάθεια, βρήκε τον Παύλο σύμμαχο και ένθερμο υποστηρικτή
    Ο καπετάνιος είχε σύμμαχό του και τον άνεμο (που ήταν ούριος)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]