μάχομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μάχομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μάχομαι[1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈma.xo.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μά‐χο‐μαι
Ρήμα
[επεξεργασία]μάχομαι, πρτ.: μαχόμουν, μτχ.π.ε.: μαχόμενος (χωρίς ενεργητική φωνή) ελλειπτικό ρήμα χωρίς συνοπτικούς χρόνους
- πολεμώ σε μάχη του στρατού, δίνω μάχη
- αγωνίζομαι για κάποιο σκοπό, καταπολεμώ με όλες μου τις δυνάμεις
Μάχομαι για τα δίκαια των εργαζομένων.
Η ιατρική μάχεται για τη θεραπεία του καρκίνου.- ※ «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι, για να μη νομίζετε ότι κάνω κριτική εκ του ασφαλούς», λέει ο Τάκης Λαμπρίας, αυτοεξόριστος ο ίδιος. «Κανείς αυτοεξόριστος δεν είναι ήρωας. Ήρωες είναι όσοι μάχονται μέσα στην επικράτεια. Έξω, το πληρώνεις με τη φτώχεια σου, την αθλιότητά σου, τη νοσταλγία σου, αλλά ήρωας δεν είσαι» (Στάθης Ν. Καλύβας, Νατάσα Τριανταφύλλη, Big Bang 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2025, σελ. 65)
- είμαι εν ενεργεία, είμαι ενεργός, δραστήριος
- → δείτε και τη μετοχή μαχόμενος
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
|---|---|---|---|---|---|---|
| α' ενικ. | μάχομαι | μαχόμουν(α) | θα μάχομαι | να μάχομαι | μαχόμενος | |
| β' ενικ. | μάχεσαι | μαχόσουν(α) | θα μάχεσαι | να μάχεσαι | μάχου | |
| γ' ενικ. | μάχεται | μαχόταν(ε) | θα μάχεται | να μάχεται | ||
| α' πληθ. | μαχόμαστε | μαχόμαστε μαχόμασταν |
θα μαχόμαστε | να μαχόμαστε | ||
| β' πληθ. | μάχεστε | μαχόσαστε μαχόσασταν |
θα μάχεστε | να μάχεστε | μάχεστε | |
| γ' πληθ. | μάχονται | μάχονταν μαχόντουσαν |
θα μάχονται | να μάχονται |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μάχομαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μάχομαι αβέβαιης ετυμολογίας < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *maHgʰ- (μάχομαι). Κατ' άλλη άποψη[1] πιθανόν προέλευσης από την προελληνική . Ήδη μυκηναϊκή 𐀔𐀏𐀲 (ma-ka-ta, όνομα *Μαχᾱτᾱς: Μαχητής)[2]
Ρήμα
[επεξεργασία]μάχομαι ιωνικός τύπος : μαχέομαι
Παράγωγα
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
μαχ-
μαχ-
παράγωγα & σύνθετα
(Χρειάζεται επεξεργασία)
Κλίση
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
- ↑ s.v. μάχη - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- μάχομαι - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- μάχομαι - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς μετοχή παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Ρήματα ελλειπτικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)