μάχομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάχομαι < αρχαία ελληνική μάχομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *maHgʰ- (μάχομαι)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μάχομαι (αποθετικό χωρίς συνοπτικούς χρόνους)

  1. πολεμώ σε μάχη του στρατού, δίνω μάχη
  2. αγωνίζομαι για κάποιο σκοπό, καταπολεμώ με όλες μου τις δυνάμεις
    μάχομαι για τα δίκαια των εργαζομένων
    η ιατρική μάχεται για τη θεραπεία του καρκίνου
  3. είμαι εν ενεργεία, είμαι ενεργός, δραστήριος
    η μαχόμενη δημοσιογραφία (δηλαδή όχι η ουδέτερη, παθητική, η τυπική άσκηση του επαγγέλματος)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. μάχομαι μαχόμουν(α) θα μάχομαι να μάχομαι μαχόμενος
β' ενικ. μάχεσαι μαχόσουν(α) θα μάχεσαι να μάχεσαι μάχου
γ' ενικ. μάχεται μαχόταν(ε) θα μάχεται να μάχεται
α' πληθ. μαχόμαστε μαχόμαστε
μαχόμασταν
θα μαχόμαστε να μαχόμαστε
β' πληθ. μάχεστε μαχόσαστε
μαχόσασταν
θα μάχεστε να μάχεστε μάχεστε
γ' πληθ. μάχονται μάχονταν
μαχόντουσαν
θα μάχονται να μάχονται

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάχομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *maHgʰ- (μάχομαι)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μάχομαι και ιωνικός τύπος μαχέομαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]