ενότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κενότητα, στενότητα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενότητα ενότητες
γενική ενότητας ενοτήτων
αιτιατική ενότητα ενότητες
κλητική ενότητα ενότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενότητα < αρχαία ελληνική ἑνότης < εἷς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ˈnɔ.ti.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα εκείνη της έλλειψης αποσχιστικών ή διαιρετικών τάσεων
    • η συμπεριφορά των υπαλλήλων αυτών χαρακτηρίζεται από μία πρωτοφανή αίσθηση ενότητας
  2. η εμφάνιση κάποιων προσώπων ή πραγμάτων ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο με κοινά χαρακτηριστικά
  3. (ειδικότερα) το χαρακτηριστικό του (γραπτού ή προφορικού) λόγου κατά το οποίο τα επιμέρους στοιχεία του συνδέονται ή συγκλίνουν προς συγκεκριμένο θεματικό κέντρο
  4. (κατ’ επέκταση) το επιμέρους τμήμα ενός κειμένου με συγκεκριμένο θεματικό κέντρο και αυτοτέλεια

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]